Μακεδόνας

Μακεδόνας
[-ών (όνος)] ο , Μακεδόνισσα η македон|ец, -ка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "Μακεδόνας" в других словарях:

  • Μακεδόνας — και Μακεδών, ο, η, θηλ. και Μακεδόνισσα (AM Μακεδών, όνος, θηλ. και Μακεδόνισσα, Α ποιητ. τ. αρσ. Μακηδών) ο κάτοικος τής Μακεδονίας ή αυτός που κατάγεται από τη Μακεδονία αρχ. μακεδονικός («γῆ Μακεδών», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. μακεδνός] …   Dictionary of Greek

  • Μακεδόνας — Μακεδών masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεύταμος — Μακεδόνας στρατηγός επίλεκτου σώματος αργυρασπίδων. Στον πόλεμο μεταξύ του Ευμένη και του Αντίγονου, πήρε μέρος με τον πρώτο. Το 316 π.Χ. όμως άλλαξε στρατόπεδο και παρέδωσε ζωντανό τον Ευμένη στον αντίπαλό του. Από τότε χάνονται και τα ίχνη του …   Dictionary of Greek

  • Μήδιος — Μακεδόνας ευγενής. Γιος του Οξυθεμίδη, καταγόταν από τη Λάρισα και ήταν στενός φίλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κυρίως μετά τον θάνατο του Ηφαιστίωνα. Επειδή ήταν παρών στα τελευταία δείπνα, πριν από τον θάνατό του, υπάρχει η υποψία ότι τον… …   Dictionary of Greek

  • μήδιος — Μακεδόνας ευγενής. Γιος του Οξυθεμίδη, καταγόταν από τη Λάρισα και ήταν στενός φίλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κυρίως μετά τον θάνατο του Ηφαιστίωνα. Επειδή ήταν παρών στα τελευταία δείπνα, πριν από τον θάνατό του, υπάρχει η υποψία ότι τον… …   Dictionary of Greek

  • Ρομφέης, Καπετάν — Μακεδόνας οπλαρχηγός. Γεννήθηκε στα μέσα του 18ου αι. Διορίστηκε από την Υψηλή Πύλη επιθεωρητής της Ρούμελης και πολλές φορές ήρθε σε σύγκρουση με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Το 1805 1806, όταν οι αρματολοί και οι κλέφτες, όπως οι Θύμιος Βλαχάβας …   Dictionary of Greek

  • Σιβύρτιος — Μακεδόνας που ακολούθησε το Μ. Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία. Το 326 π.Χ. διορίστηκε διοικητής της επαρχίας Καραμανίας, την οποία αντάλλαξε κατόπιν με τη σπουδαία σατραπεία της Αραχωσίας και της Γεδρωσίας. Στη διαμάχη των στρατηγών, που …   Dictionary of Greek

  • Macedonia (terminology) — This article is about the use of the name Macedonia and its derivatives. For specific uses of the term, see Macedonia (disambiguation). Macedonia …   Wikipedia

  • Macedonia (terminología) — Para otros usos de este término, véase Macedonia. Diversas definiciones de Macedonia a lo largo del tiempo …   Wikipedia Español

  • Древнемакедонский язык — Страны: Древняя Македония Вымер: к III ве …   Википедия

  • Macédoine (terminologie) — Pour les articles homonymes, voir Macédoine. Traduction en cours Cette page est en cours de traduction (en français) à partir de l article es:Macedonia (terminología) 11 décembre 2010. Si vous souhaitez participer à la traduction, il vous suffit… …   Wikipédia en Français


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»